Channels / cyprus greek language and culture
cyprus greek language and culture
@cylang · supergroup
· filtered by
ΔΗΜΗΤΡΑ 🇬🇷
Τα ψώνια / Οι αγορές
ψώνια: από το ρ. ψωνίζω < μεσαιωνικό ἐξωνίζω, που προέρχεται από το αρχ. ὠνέομαι (=αγοράζω).
αγορές: από το ουσιαστικό αγορά < αρχαία ελληνική ἀγορά (=τόπος συγκέντρωσης, και στη συνέχεια «τόπος εμπορίου»).
Τα ψώνια είναι τα πράγματα που αγοράζει κανείς, συνήθως τρόφιμα, ρούχα ή είδη καθημερινής χρήσης.
«Έκανα τα ψώνια του σούπερ μάρκετ».
Οι αγορές αναφέρονται στην πράξη της αγοράς ή το σύνολο των συναλλαγών· επίσης μπορεί να δηλώνουν και τους χώρους-αγορές (π.χ. χρηματιστηριακές αγορές).
«Έκανα πολλές αγορές στις εκπτώσεις».
«Οι διεθνείς αγορές αντέδρασαν θετικά στην είδηση».
ψώνια - καθημερινή, οικεία λέξη. Χρησιμοποιείται κυρίως για μικρές, προσωπικές ή οικιακές αγορές.
αγορές - πιο ουδέτερη, τυπική λέξη. Χρησιμοποιείται είτε για προσωπικές αγορές (ρούχα, αντικείμενα) είτε για μεγάλες/οικονομικές συναλλαγές.
__«Πάω να κάνω τα ψώνια του σπιτιού» (καθημερινά είδη)
«Πήγα στην Ερμού και έκανα πολλές αγορές» (ρούχα, είδη πολυτελείας)__