Public Telegram Archive
Channels About
cyprus greek language and culture
@cylang · supergroup · filtered by ΔΗΜΗΤΡΑ 🇬🇷
ΔΗΜΗΤΡΑ 🇬🇷 2025-09-13 11:28 UTC photo
Το ρήμα «κοσμώ» (κοσμέω-ῶ), στην ελληνική γλώσσα.

Στολίζω, διακοσμώ, ομορφαίνω
Τα αστέρια κοσμούν τον ουρανό.
Украшать, декорировать, делать красивым
Звёзды украшают небо.

Τιμώ, δίνω αξία σε κάτι ή κάποιον με την παρουσία μου.
Η παρουσία του κοσμεί την εκδήλωση.
Почитать, придавать ценность чему-либо или кому-либо своим присутствием
Его присутствие украшает мероприятие.

(Λογοτεχνική/μεταφορική χρήση) Συμπληρώνω, εμπλουτίζω
Η σοφία κοσμεί τον άνθρωπο.
(Литературное/переносное значение) **Дополнять, обогащать
**Мудрость украшает человека.

Ετυμολογία

Από το ρήμα κοσμέω-ῶ, που σήμαινε «τακτοποιώ, ευτρεπίζω, στολίζω», συγγενές με τη λέξη κόσμος (= τάξη, στολίδι, σύμπαν).
От глагола κοσμέω-ῶ, что означало «упорядочивать, приводить в порядок, украшать».
Родственно слову κόσμος (= порядок, украшение, вселенная).
3 messages on this day