Ρήμα
επεξεργασίαπερνάω/
περνώ,
πρτ.:
περνούσα/
πέρναγα,
αόρ.:
πέρασα,
παθ.φωνή: περνιέμαι,
π.αόρ.: περάστηκα,
μτχ.π.π.: περασμένοςκαθώς κινούμαι, διασχίζω έναν τόπο ή βρίσκομαι σε αυτόν ή κοντά σε αυτόν↪️ (
αμετάβατο)
Πηγαίνοντας από την Αθήνα στην Κόρινθο περνάμε από την Κακιά Σκάλα.↪️ (
μεταβατικό)
αυτή τη στιγμή περνάμε την Κακιά Σκάλα(
μεταφορικά) μεταβαίνω από μια κατάσταση σε άλλη↪️
Περνούσε κάθε τόσο από την απελπισία στην αισιοδοξία χωρίς φανερό λόγο.↪️ (
μεταβατικό) οδηγώ κάτι ώστε διασχίσει ένα στενό πέρασμα ή από μηχάνημα↪️
περνάω την κλωστή στη βελόνα↪️
περνάμε το κρέας από τη μηχανή του κιμάπροχωρώ σε επόμενο (ανώτερο) στάδιο,↪️
η ομάδα μας πέρασε στους ημιτελικούςπροβιβάζομαι (
στο σχολείο)↪️ (
αμετάβατο)
πέρασα στην επόμενη τάξη↪️ (
μεταβατικό)
πέρασα τα μαθηματικά, αλλά έμεινα στη φυσική
(
μεταβατικό) προβιβάζω κάποιον↪️
δεν έγραψε καλά, αλλά ο καθηγητής τον πέρασε(
αμετάβατο)
για να δηλωθεί το προχώρημα του χρόνου, της ώρας↪️
καθώς τα χρόνια περνούν, η τεχνολογία ολοένα εξελίσσεται(
αμετάβατο)
για να δηλωθεί η λήξη μιας χρονικής περιόδου↪️
πέρασε η ώρα, πρέπει να φύγουμε(
με υποκείμενο ένα πρόσωπο)
για να δηλωθεί ο τρόπος με τον οποίο προχώρησε μια χρονική περίοδος↪️ (
αμετάβατο)
περάσαμε όμορφα στις διακοπές↪️ (
μεταβατικό)
Περάσαμε δύσκολες στιγμές, αλλά ξεπεράσαμε τις δυσκολίες.≈
συνώνυμα: αντιμετωπίζω
μεταβιβάζω, δίνω κάτι (που μου έδωσαν) σε κάποιον
(
αμετάβατο) μεταβιβάζομαι↪️
αυτή η παράδοση περνάει από γενιά σε γενιάεγκρίνομαι (ιδίως μετά από ψηφοφορία)↪️
η πρόταση δεν πέρασε στο διοικητικό συμβούλιογίνομαι αποδεκτός↪️
αυτά τα κόλπα δεν περνάνε εδώ(
μεταβατικό) θεωρώ (λανθασμένα) ότι κάποιος ή κάτι έχει μια ιδιότητα↪️
Συγγνώμη, σας πέρασα για κάποιον γνωστό μου!εκτελώ σε ένα αντικείμενο μια ορισμένη εργασία (ιδίως όταν αυτό επαναλαμβάνεται)
απλώνω κάτι σε μια επιφάνεια (αλείφω ή βάφω)↪️
πέρασα το πρώτο χέρι και πάω για το δεύτερο (
για βάψιμο μιας επιφάνειας)
Εκφράσειςεπεξεργασία
περνάω την ώρα μου (απασχολούμενος με κάτι)
περνάω απαρατήρητος